ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α Όργανα Διοίκησης της Επιτροπής Δεοντολογίας της Έρευνας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΟΡΓΑΝΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΔΕ

 

Άρθρο 1: Συγκρότηση της Επιτροπής

1. Τα μέλη της Επιτροπής Δεοντολογίας της Έρευνας (εφεξής ΕΔΕ) ορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ερευνών, η οποία επικυρώνεται από τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου Κρήτης. Η επιλογή των μελών πραγματοποιείται από κατάλογο ονομάτων (με πλήρη βιογραφικά), που έχει κατατεθεί στην Επιτροπή Ερευνών από τους Κοσμήτορες των Σχολών του Π.Κ.. Για τη σύνταξη του προτεινόμενου καταλόγου οι Κοσμήτορες μπορούν να συμβουλευτούν τους Προέδρους των Τμημάτων των Σχολών τους.

2. Η Επιτροπή αποτελείται από επτά μέλη:

  • Πέντε (5) μέλη ΔΕΠ του Π.Κ., εκπροσώπους των Σχολών Επιστημών Υγείας, Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών, Φιλοσοφικής, Κοινωνικών Επιστημών και Επιστημών Αγωγής.
  • Δύο (2) επιστήμονες εγνωσμένου κύρους, οι οποίοι προέρχονται από τη Νομική Επιστήμη, με ειδίκευση σε θέματα δεοντολογίας της έρευνας και από την Φιλοσοφία, με ειδίκευση στην Ηθική της Επιστήμης και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

3. Για όλες τις παραπάνω κατηγορίες ορίζεται ένα αναπληρωματικό μέλος, ώστε να εξασφαλίζεται η εύρυθμη και απρόσκοπτη λειτουργία της ΕΔΕ και να αποφεύγονται τυχόν αξιολογήσεις πρωτοκόλλων, που υποβλήθηκαν από τα τακτικά μέλη.

4. Η σύνθεση εγγυάται την απαραίτητη σφαιρική εξέταση και αξιολόγηση των επιστημονικών, νομικών και ηθικών ζητημάτων που προκύπτουν στo πλαίσιο της έρευνας, καθώς και την ανεξαρτησία της κρίσης της ΕΔΕ από προκαταλήψεις και αθέμιτες επιρροές. Γι’ αυτό κρίνεται αναγκαία η συνολική κάλυψη όσο το δυνατόν περισσότερων γνωστικών αντικειμένων εξασφαλίζοντας τη διεπιστημονικότητά της.

5. Τα μέλη ορίζονται με γνώμονα το ενδιαφέρον, την ερευνητική εμπειρία και εξοικείωσή με θέματα ηθικής και δεοντολογίας της έρευνας.

Ειδικότερα, κάθε μέλος της ΕΔΕ οφείλει να γνωρίζει τις αρχές δεοντολογίας της έρευνας, που ορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και να μην έχει κατηγορηθεί για καταπάτηση δικαιωμάτων συμμετεχόντων ή πειραματόζωων σε έρευνα, που διεξήγαγε το ίδιο ή συμμετείχε ενεργά. Επιθυμητή είναι η συμμετοχή μελών, που έχουν κάνει σπουδές σε θέματα δεοντολογίας έρευνας (π.χ. MSc Βιοηθικής).

Σε κάθε περίπτωση τα προτεινόμενα από τους Κοσμήτορες μέλη, θα πρέπει να έχουν εμπειρία και επιδεξιότητα κατά την λήψη της απόφασης συμφωνίας του ερευνητικού πρωτοκόλλου με τις βασικές αρχές δεοντολογίας και ηθικής της έρευνας, της επάρκειας των εντύπων συγκατάθεσης και της ασφάλειας της μελέτης για τους συμμετέχοντες και την κοινότητα. 

6. Τα ονόματα και οι ιδιότητες των μελών της Επιτροπής είναι διαθέσιμα σε κάθε ερευνητή, πηγή χρηματοδότησης ερευνών ή αρμόδια αρχή, που τυχόν τα αναζητήσει. Επίσης αναρτώνται στην ιστοσελίδα της ΕΔΕ.

7. Η θητεία των μελών της Επιτροπής είναι τριετής.

8. Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή έκπτωσης μέλους της Επιτροπής διορίζεται νέο μέλος για το υπόλοιπο της θητείας, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 1§1.

9. Τα μέλη της ΕΔΕ εκλέγουν τον Πρόεδρό και τον Αντιπρόεδρό της Επιτροπής.

10. Ο Πρόεδρος έχει την ευθύνη λειτουργίας της Επιτροπής. Προετοιμάζει και συγκαλεί τις τακτικές και τις έκτακτες συνεδριάσεις, αντιπροσωπεύει την Επιτροπή ενώπιον της Επιτροπής Ερευνών, της Συγκλήτου και όπου αλλού χρειαστεί. Η Επιτροπή μπορεί να παρέχει στον Πρόεδρο την εξουσιοδότηση να λαμβάνει γνώση και να υπογράφει το έντυπο γνωστοποίησης εγκεκριμένου ερευνητικού πρωτοκόλλου ή την αίτηση για τη λήψη πρωτοκόλλου.

11. Ο Αντιπρόεδρος ασκεί τα καθήκοντα του Προέδρου σε περίπτωση αδυναμίας του πρώτου. Μπορεί επίσης να του ζητηθεί να ασκήσει συμπληρωματικά καθήκοντα, όπως η εποπτεία μέρους της ημερησίας διάταξης.

12. Η Επιτροπή επικουρείται από τη Γραμματέα της Επιτροπής Ερευνών, η οποία είναι αρμόδια για την προετοιμασία των συνεδριάσεων της Επιτροπής καθώς και τη γραμματειακή υποστήριξη του Προέδρου και των μελών της. Η Γραμματέας εκτελεί επίσης διοικητικές εργασίες, ρυθμίζει την επικοινωνία με άλλα όργανα του Πανεπιστημίου ή άλλους φορείς και επιτροπές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

 

Άρθρο 2: Συνεδριάσεις και προϋποθέσεις απαρτίας

 

1. Η Επιτροπή συνεδριάζει σε χώρο του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ηράκλειο ή στο Ρέθυμνο. Για τις εκτός έδρας μετακινήσεις των μελών του Π.Κ. προβλέπεται κάλυψη χιλιομετρικής απόστασης και ημερήσιας αποζημίωσης κατά τα οριζόμενα στον Οδηγό Χρηματοδότησης Διαχείρισης της Επιτροπής Ερευνών. Για τη συμμετοχή εξωτερικών μελών καλύπτεται η δαπάνη αεροπορικών εισιτηρίων και ημερήσιας αποζημίωσης.

2. Οι συνεδριάσεις πραγματοποιούνται μια φορά ανά δίμηνο και εκτάκτως, εφόσον υπάρχει ανάγκη, με απόφαση του Προέδρου της ΕΔΕ.

3. Στις συνεδριάσεις της Επιτροπής μετέχουν όλα τα μέλη της. Η Επιτροπή συνεδριάζει νομίμως όταν στη σύνθεσή της μετέχουν, ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, περισσότερα από το ήμισυ των μελών (απαρτία). Η ύπαρξη απαρτίας είναι απαραίτητη καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης.

4. Σε περίπτωση κωλύματος συμμετοχής του τακτικού μέλους της Επιτροπής, οφείλει να ειδοποιείται το αναπληρωματικό μέλος.

5. Τα μέλη λαμβάνουν την πρόσκληση και όλα τα σχετικά προς συζήτηση έγγραφα 15 τουλάχιστον ημέρες πριν από την προγραμματισμένη συνεδρίαση. Στην πρόσκληση αναφέρονται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, όπως αυτά καθορίζονται από τον Πρόεδρο και, εφόσον είναι απαραίτητο κατά την κρίση του, σε συνεργασία με μέλος ή μέλη της Επιτροπής. Θέμα εκτός ημερήσιας διάταξης δύναται να συζητηθεί, εάν συμφωνούν όλα τα παριστάμενα μέλη.

 

Άρθρο 3: Κωλύματα και ασυμβίβαστα

 

1. Κώλυμα συνιστά η συμμετοχή μέλους της Επιτροπής ή υφιστάμενου ή ή συγγενικού προσώπου ή άμεσου συνεργάτη του σε υπό αξιολόγηση πρόγραμμα. Στην περίπτωση αυτή καλείται να συμμετέχει στην συνεδρίαση το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος.

2. Πριν από την έναρξη της συζήτησης για κάθε ερευνητικό πρωτόκολλο, η ΕΔΕ προβαίνει στη διαπίστωση ενδεχόμενων κωλυμάτων. Το μέλος της ΕΔΕ, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει κώλυμα / ασυμβίβαστο, υπογράφει τη Δήλωση Σύγκρουσης Συμφερόντων, η οποία φυλάσσεται στο φάκελο της αντίστοιχης ερευνητικής πρότασης.

3. Κάθε μέλος της Επιτροπής μπορεί να θέσει θέμα κωλύματος για άλλο μέλος της, και στην περίπτωση, που αυτό δεν γίνεται δεκτό από το μέλος στο πρόσωπο του οποίου ενδέχεται να συντρέχει το κώλυμα, η απόφαση λαμβάνεται χωρίς τη συμμετοχή του.

 

Άρθρο 4: Υποχρέωση εχεμύθειας

 

1. Τα μέλη της ΕΔΕ υποχρεούνται στην τήρηση απόλυτης εχεμύθειας αναφορικά με οποιαδήποτε πληροφορία περιέρχεται στη γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση βαρύνει επίσης οποιονδήποτε εξωτερικό εμπειρογνώμονα προσκληθεί για παροχή γνωμοδότησης σχετικά με συγκεκριμένο ερευνητικό πρωτόκολλο.

2. Η υποχρέωση εχεμύθειας αφορά και τη Γραμματέα της Επιτροπής καθώς και οποιοδήποτε μέλος του διοικητικού προσωπικού της Επιτροπής Ερευνών, που ενδεχομένως λάβει γνώση των ερευνητικών πρωτοκόλλων. Δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση με οποιονδήποτε τρόπο απόρρητων στοιχείων ή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που είναι προσιτά στα ανωτέρω άτομα λόγω των καθηκόντων τους.

3. Η υποχρέωση εχεμύθειας επεκτείνεται και στο περιεχόμενο των διαβουλεύσεων μεταξύ των μελών της ΕΔΕ, οι οποίες είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση των πρωτοκόλλων και τη λήψη τελικής απόφασης.

 

Άρθρο 5: Διαβούλευση και λήψη αποφάσεων

 

1. Ο Πρόεδρος μπορεί να ορίσει κάποιο από τα μέλη της Επιτροπής ως εισηγητή για συγκεκριμένη πρόταση.

2. Σε περίπτωση, που η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο μπορεί να προσκαλέσει τον υπεύθυνο ερευνητή για την παρουσίαση του ερευνητικού πρωτοκόλλου ή την παροχή διευκρινίσεων επ’ αυτού.

3. Επίσης η Επιτροπή μπορεί να καλέσει εξωτερικούς εμπειρογνώμονες για την παροχή γνώμης σχετικά με εξεταζόμενο πρωτόκολλο.

4. Η Επιτροπή αποφασίζει, απουσία τυχόν προσκεκλημένων και μόνο εφόσον ο ερευνητής έχει καταθέσει όλα τα δικαιολογητικά. Οι αποφάσεις πρέπει να είναι αιτιολογημένες.

5. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά προτίμηση με ομοφωνία. Εάν δεν είναι δυνατή η επίτευξη ομοφωνίας οι αποφάσεις λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.

6. Η ψηφοφορία είναι φανερή, εκτός από περιπτώσεις αποφάσεων, που αφορούν κωλύματα μελών της Επιτροπής, οπότε είναι μυστική.

7. Η ΕΔΕ επιλαμβάνεται αιτήσεων, που έχουν υποβληθεί τουλάχιστον τρεις (3) εβδομάδες πριν από την ημερομηνία κάθε συνεδρίασης. Οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται στην ΕΔΕ σε χρονικό διάστημα λιγότερο μικρότερο των τριών εβδομάδων μπορεί να μεταφέρεται, από την Επιτροπή, στην επόμενη συνεδρίασή της.

8. Με ευθύνη της Γραμματέως τηρούνται πρακτικά όλων των συνεδριάσεων της Επιτροπής. Τα πρακτικά της Επιτροπής περιλαμβάνουν τα στοιχεία που αφορούν στον τόπο και χρόνο, που λαμβάνει χώρα η συνεδρίαση, την απαρτία του σώματος, τα συζητούμενα θέματα και τις αποφάσεις της Επιτροπής συμπεριλαμβανομένου του αποτελέσματος των σχετικών ψηφοφοριών, εφόσον γίνεται ψηφοφορία. Με ρητό αίτημα μέλους της Επιτροπής μπορεί να περιλαμβάνονται στα πρακτικά διαβουλεύσεις, απόψεις και προτάσεις των μελών της Επιτροπής. Τα πρακτικά κάθε συνεδρίασης επικυρώνονται από όλα τα μέλη της Επιτροπής στην επόμενη συνεδρίαση και ακολούθως υπογράφονται από τον Πρόεδρο.

 

Άρθρο 6: Συζήτηση και αξιολόγηση μεθόδων εργασίας της ΕΔΕ

 

1. Ο Πρόεδρος ορίζει κατά διαστήματα μία συνεδρίαση αφιερωμένη στη συζήτηση και αξιολόγηση του τρόπου και των μεθόδων εργασίας της Επιτροπής, στην οποία τα μέλη ενθαρρύνονται να εκφράσουν τυχόν προβληματισμούς και να προτείνουν τρόπους βελτίωσης του έργου της Επιτροπής.

2. Οι συνεδριάσεις μπορούν να γίνονται και ύστερα από αίτηση των μελών της Επιτροπής.

3. Στις συνεδριάσεις αυτές δύναται να συμμετέχουν προσκεκλημένοι εξωτερικοί πραγματογνώμονες ή μέλη άλλων Επιτροπών Ηθικής και Δεοντολογίας ερευνητικών φορέων της χώρας ή άλλοι επιστήμονες.